τέκτων

τέκτων
τέκτων, ονος (cf. πίκτω, τεύχω): maker, builder, joiner, carpenter.

A Homeric dictionary (Greek-English) (Ελληνικά-Αγγλικά ομηρικό λεξικό). 2010.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Look at other dictionaries:

  • τέκτων — worker in wood masc nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τέκτων — ὁ, ΜΑ βλ. τέκτονας …   Dictionary of Greek

  • τεκτόνοιν — τέκτων worker in wood masc gen/dat dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τεκτόνων — τέκτων worker in wood masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τέκτον — τέκτων worker in wood masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τέκτονα — τέκτων worker in wood masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τέκτονας — τέκτων worker in wood masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τέκτονες — τέκτων worker in wood masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τέκτονι — τέκτων worker in wood masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τέκτονος — τέκτων worker in wood masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τέκτοσι — τέκτων worker in wood masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”